Η ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ, ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΠΕΜΠΟΥΜΕ

19 Ιαν 2015

Η ΙΝΔΙΚΗ ΜΑΓΥΑ


Ενθεμένοι στη σιγουριά της καθημερινής μας τροχιάς θεωρούμε τα πάντα ως αυτονόητα και φυσικά. Το ότι ζούμε, το ότι έχουμε τους οικείους και τους ξένους, το ότι ο κόσμος είναι που έρχεται στο νου μας και στις αισθήσεις μας! Και όμως. Λίγο να παρεκκλίνουμε από τη καθημερινή τροχιά μας, το σκηνικό κλονίζεται συθέμελα. Και το παν φαντάζει πλέον άχνα ονείρου. Τα πάντα είναι μυστηριακά. Κόσμοι που τους στήνει μια μουσική φράση. Και ύστερα αφανίζονται μόλις αφανιστεί και η φράση. Είναι τα πέπλα της ινδικής Μάγυα.
Ο Σρι Ραμακρίσνα μας ιστορεί, πως κάποτε ο ξακουστός ασκητής Ναράντα είχε επιδοθεί σε τόσες πολλές στερήσεις, που στο τέλος κατέκτησε την εύνοια του θεού του Βισνού. Μια μέρα του παρουσιάστηκε ο Θεός και του είπε· αφού είσαι τόσο πιστός οπαδός μου θα σου πραγματοποιήσω όποιαν επιθυμία έχεις. Ο Ναράντα σκέφτηκε για λίγο και απάντησε στον Βισνού: «Δείξε μου τη μαγική δύναμη της Μάγυα σου», δηλαδή της κοσμικής ψευδαίσθησης. Ο Βισνού δέχτηκε και του έκαμε σημάδι να τον ακολουθήσει...

Ύστερα από λίγο χρόνο, καθώς βρισκόντουσαν σε δρόμο έρημο και πυρπολούμενο από τον ήλιο, ο Βισνού δίψασε και παρακάλεσε τον Ναράντα να προχωρήσει λίγες εκατοντάδες μέτρα παραπέρα, όπου φαινότανε ένα μικρό χωριό, για να του φέρει νερό.
Ο Ναράντα έσπευσε προς το χωριό και χτύπησε την πόρτα του πρώτου σπιτιού που βρήκε μπροστά του. Του άνοιξε μια πανέμορφη κόρη. Ο ασκητής στάθηκε να την κοιτάζει επί πολύ, ώσπου λησμόνησε γιατί ήρθε εδώ. Μπήκε μέσα στο σπίτι και οι γονείς της νεαρής κόρης τον υποδέχτηκαν με το σεβασμό που οφείλεται σε άγιο άνθρωπο. Ο καιρός περνάει. Στο τέλος ο Ναράντα νυμφεύθηκε την κοπέλα και έτσι εγνώρισε τις χαρές του γάμου και την τραχύτητα της ζωής του χωρικού. Τώρα ο Ναράντα έχει τρία παιδιά. Και ύστερα από τον θάνατο του πεθερού του, έγινε ιδιοκτήτης του αγροκτήματος.
Επάνω στον δωδέκατο χρόνο άρχισαν να πέφτουν καταρρακτώδεις βροχές, ίσαμε που πλημμύρισε όλος ο τόπος. Μέσα σε μια νύχτα πνίγηκαν όλα του τα κοπάδια και το σπίτι του κατέρρευσε. Κρατώντας από το ένα χέρι τη γυναίκα του και από το άλλο τα δυο παιδιά του, και με το μικρό παιδί στον ώμο του, ο Ναράντα ανοίγει με δυσκολία το δρόμο του ανάμεσα στα νερά. Το φορτίο όμως είναι πολύ βαρύ. Μια στιγμή παραπατάει και ο μικρός του πέφτει στο νερό. Ο Ναράντα αφήνει τα άλλα δυο παιδιά και προσπαθεί να βρει το χαμένο. Αλλά είναι πολύ αργά. Ο χείμαρρος το έσυρε μακριά. Ενώ έψαχνε για τον μικρό, τα νερά κατάπιαν τα άλλα δυο παιδιά, ύστερα από λίγο και τη γυναίκα του. Ο ίδιος ο Ναράντα πέφτει και ο χείμαρρος τον παρασύρει αναίσθητο, ωσάν κομμάτι ξύλο. Όταν συνήλθε βρέθηκε ριγμένος σε ένα βράχο. Άρχισε να αναθυμάται το κακό που έπαθε και ξέσπασε σε κλάματα. Αιφνίδια όμως ακούει τη γνωστή του φωνή: «Τέκνο μου, που είναι το νερό που ήταν να μου φέρεις; Σε περιμένω τώρα και μισή ώρα!»
Ο Ναράντα στρέφει το κεφάλι του και κοιτάζει. Στη θέση του χειμάρρου που παρέσυρε τα πάντα αντικρύζει τους έρημους τόπους, που άστραφταν κάτω από τον ήλιο. «Κατάλαβες τώρα το μυστικό της Μάγυα μου;», τον ερώτησε ο θεός.
Αν ο μύθος είναι ψευδαίσθηση και ο ίδιος ο κόσμος είναι ψευδαίσθηση, επίσης. Ψευδαίσθηση είναι και ο χρόνος, αφού τα δώδεκα χρόνια του Ναράντα ήσαν μισή ώρα για τον θεό. Όμως για τα μέτρα του Ναράντα, δηλαδή του ανθρώπου, η τραγωδία που υπέστη τούτος ήταν αληθινή, και ήπιε το πικρό χυμό της ως την τελευταία ρανίδα του και συγκλονίστηκε ως την τελευταία ίνα του.     

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΜΑΛΕΒΙΤΣΗ «ΔΥΤΙΚΑ ΤΗΣ ΕΔΕΜ», ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ, ΑΘΗΝΑ 1990

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου