Η ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ, ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΠΕΜΠΟΥΜΕ

3 Μαΐ 2015

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


Στο περίφημο απόσπασμα του τρίτου βιβλίου της Ευφρόσυνης επιστήμης (Die frohliche Wissenschaft, 1882) το μήνυμα του «θανάτου του Θεού» κομίζει ένας «τρελός άνθρωπος» (§ 125: Der tolle Mensch):

«Δεν ακούσατε τίποτα για τον τρελό εκείνον άνθρωπο που μέρα – μεσημέρι άναψε ένα λαδοφάναρο, έτρεξε στην αγορά και φώναζε ακατάπαυστα: “Ψάχνω τον Θεό! Ψάχνω τον Θεό!” Και μια και βρίσκονταν εκεί μαζεμένοι πολλοί από αυτούς που δεν πίστευαν στον Θεό, προκάλεσε ο τρελός μεγάλο γέλιο. Δηλαδή χάθηκε; Έλεγε ο ένας. Τόσκασε σαν παιδί; έλεγε ο άλλος. Ή μας παίζει κρυφτούλι; Μπας και μας φοβάται; Έφυγε με καράβι; Περπατώντας; –  έτσι φώναζαν και γελούσαν συναμεταξύ τους. Ο τρελός άνθρωπος πήδησε ανάμεσά τους και τους κάρφωσε με τη ματιά του. “ Που είναι ο Θεός; φώναξε – θα σας το πω εγώ! Εμείς τον σκοτώσαμε! – εσείς και εγώ! Εμείς όλοι είμαστε οι φονιάδες του! Όμως, πως το κάναμε αυτό; Πως τολμήσαμε να πιούμε ως τον πάτο τη θάλασσα; Ποιος μας έδωσε το σφουγγάρι να σβήσουμε ολάκερο τον ορίζοντα; Τι είναι αυτό που κάναμε, ξεκόβοντας τη γη από τον ήλιο της; Προς τα πού τρέχει η γη τώρα; Που πάμε εμείς; Πέρα από όλους τους ήλιους; Δεν γκρεμιζόμαστε ασταμάτητα; Πίσω, μονόπατα, μπροστά, προς κάθε μεριά; Υπάρχει ακόμα ένα πάνω κι ένα κάτω; Δεν μας φεύγει ο νους σα να διασχίζουμε ένα ατέλειωτο τίποτα; Δεν μας ξερνάει ο αδειανός χώρος; Δεν έγινε περισσότερο το κρύο; Δεν έρχεται ακατάπαυστα νύχτα, κι όλο περισσότερο νύχτα; Δεν πρέπει να ανάψουμε φανάρια πριν από το μεσημέρι; Δεν ακούμε ακόμα τίποτα από τον θόρυβο που κάνουν οι νεκροθάφτες θάβοντας τον Θεό; Δεν οσφραινόμαστε τίποτα από τη θεϊκιά σήψη; – σαπίζουν κι οι θεοί. Ο Θεός πέθανε! Ο Θεός θα μείνει νεκρός! Και είμαστε εμείς που τον σκοτώσαμε! Πως θα βρούμε παρηγόρια εμείς οι φονιάδες όλων των φόνων; Το αγιότατο και το υπέρτατο που κατείχε ως τώρα τον κόσμο, πνίγηκε στο αίμα του κάτω από τα μαχαίρια μας – ποιος θα μας καθαρίσει από αυτό το αίμα; Με ποιο νερό θα μπορούσαμε να καθαρθούμε; Ποιες καθαρτήριες τελετές, ποια ιερά παίγνια θα πρέπει να σοφιστούμε; Δεν είναι το μέγεθος αυτής της πράξης υπερβολικά μεγάλο για μας; Δεν θα πρέπει να γίνουμε εμείς οι ίδιοι θεοί, μόνο για να φανούμε ισάξιοι με αυτούς; Δεν υπήρξε ποτέ μια μεγαλύτερη πράξη – κι όποιος θα γεννιέται μετά από εμάς, ανήκει, στο όνομα αυτής της πράξης, σε μια ανώτερη Ιστορία από κάθε άλλη ως τώρα Ιστορία!”
Εδώ σώπασε ο τρελός άνθρωπος και κοίταξε γύρω του αυτούς που τον άκουγαν: κι αυτοί σώπαιναν και τον κοιτούσαν περίτρομοι. Τέλος, πέταξε χάμω το φανάρι του που έσβησε κι έγινε κομμάτια. “Έρχομαι πάρα πολύ πρόωρα, είπε, δεν είμαι στον κατάλληλο καιρό. Αυτό το πελώριο γεγονός είναι ακόμα στον δρόμο και βαδίζει – δεν έφτασε ακόμα να μπει στ’ αυτιά των ανθρώπων. Η αστραπή και η βροντή χρειάζονται χρόνο, το φως από τ’ αστέρια χρειάζεται χρόνο, οι πράξεις χρειάζονται χρόνο, έστω κι αν έχουν διαπραχθεί, για να γίνουν ορατές και ακουστές. Τούτη η πράξη είναι γι’ αυτούς ακόμα πιο μακρινή κι από τα μακρινά αστέρια – κι όμως αυτοί οι ίδιοι τη διαπράξανε!”»
Ο λόγος του «τρελού ανθρώπου» δεν είναι εξαγγελία μιας προσωπικής απόρριψης του Θεού, που έχει τον χαρακτήρα του παραλόγου, επειδή είναι αυθαίρετη. Το παράλογο δεν βρίσκεται στην εξαγγελία, αλλά σε αυτό που εξαγγέλλεται: στην άρνηση της βάσης ή του θεμέλιου όπου η Ευρώπη έχει οικοδομήσει τόσο την πολιτιστική όσο και τη μεταφυσική της αυτοσυνειδησία. Ο Νίτσε εξαγγέλλει αυτή την άρνηση ως συντελεσμένο ιστορικό γεγονός, ως την κρίσιμη εσωτερική αντίφαση της ευρωπαϊκής ιστορίας. Ο λόγος του υποχρεώνει σε ιστορική αυτογνωσία, που είναι σκάνδαλο για τη συνείδηση του ευρωπαίου ανθρώπου. Το κήρυγμα του «θανάτου του Θεού» είναι για τους πολλούς μια ακατανόητη βλασφημία ή και μωρία. Δεν έχουν μάτια να δουν το γεγονός ούτε αυτιά να το ακούσουν – «κι όμως οι ίδιοι το έχουν διαπράξει».
Υπεύθυνη για τον θάνατο του Θεού της δυτικοευρωπαϊκής μεταφυσικής παράδοσης, είναι η ίδια η χριστιανοσύνη της Δύσης. Αυτή κυοφόρησε όχι μόνο τη μεταφυσική άρνηση της θεότητας του Θεού, αλλά και την άρνηση του ίδιου του μεταφυσικού προβλήματος – την απώθηση ή αδιαφορία για οποιαδήποτε μεταφυσική αναζήτηση, δηλαδή το πρωτοφανέρωτο μέσα στην ανθρώπινη Ιστορία γεγονός του θρησκευτικού αποχρωματισμού των ευρύτατων μαζών, που χαρακτηρίζει τον δικό μας αιώνα. Ο Νίτσε είχε επίγνωση ότι το κήρυγμα του ήταν ο καταλύτης που θα διαφοροποιούσε προοδευτικά τον ιστορικό χρόνο: «Αυτό που εξαγγέλλω είναι η ιστορία των δύο επόμενων αιώνων». Οι χριστιανικές εκκλησίες είδαν στο κήρυγμα του Νίτσε μόνο τη βλάσφημη μανία ενός αθέου, αλλά ο ίδιος δεν θέλησε παρά να βεβαιώσει αυτό που οι εκκλησίες από μόνες τους είχαν διαπράξει: «Τι άλλο είναι πια αυτές οι εκκλησίες, παρά οι τάφοι και τα μνήματα του Θεού».

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ «ΧΑΪΝΤΕΓΓΕΡ ΚΑΙ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΔΟΜΟΣ», ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΣΗ 1988  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου