Η ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ, ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΠΕΜΠΟΥΜΕ

18 Δεκ 2016

ΟΙ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ




Αλλά η οικουμενικότητα του Ελληνισμού δεν τελειώνει στα αριθμητικά μεγέθη της διασποράς. Ο Ελληνισμός είναι μια κληρονομιά ζωής και μια στάση ζωής μέσα στην οικουμένη, με ιστορικές δυνατότητες ασύγκριτα μεγαλύτερες από το κρατίδιο το σχεδιασμένο στο χάρτη. Αυτή η στάση που διαφοροποιούσε πάντοτε ποιοτικά τον «μέγα κόσμο» της ελληνικής διασποράς από τους Λακεδαιμόνιους της ελλαδικής αφασίας, έχει τις ρίζες της στο Βυζάντιο, στην ορθόδοξη εκκλησιαστική Παράδοση...

Είναι ο «άλλος πόλος» του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού, του πολιτισμού της καταναλωτικής βαρβαρότητας και της ηθικιστικής λογικοκρατίας. Πνιγμένη σήμερα η ελληνική διασπορά μέσα σε αυτή τη βαρβαρότητα, στην υστερία του νεοπλουτισμού, σώζει ωστόσο την αρχοντιά και την ευγένεια της καταγωγής της, γιατί χάρη σε αυτήν μπορεί και επιζεί και κατορθώνει τα ακατόρθωτα, ακόμα και για την οικονομική της ισχυροποίηση.
Σκεφθείτε λοιπόν μια ελλαδική πολιτική που θα αποφάσιζε να μεταθέσει την προτεραιότητα των στόχων του εθνικού βίου πέρα από τα ασφυκτικά όρια του συμβατικού μας κράτους, πέρα από την κόψη του τούρκικου ξυραφιού που κρατάνε στο λαιμό μας οι Μεγάλοι. Μια ελληνική πολιτική που θα έδινε προτεραιότητα, πριν και από τους εξοπλισμούς ή τουλάχιστον παράλληλα, στην παιδεία του γένους και στον πολιτιστικό δυναμισμό του και στον οργανικό φορέα αυτού του δυναμισμού που είναι η Εκκλησία. Μια πολιτική με πρώτο της μέλημα τη ζωντανή επαφή και τη συστηματική τροφοδοσία του Ελληνισμού της διασποράς, την ανάπτυξη και αξιοποίηση κάθε παραμικρού πυρήνα ελληνικής αυτοσυνειδησίας σε κάθε γωνιά της γης. Και όλα αυτά όχι με τη μυωπική στενότητα ή με τα κριτήρια του αδίστακτου χρησιμοθηρικού διεθνισμού των Εβραίων, αλλά με το ρεαλισμό της οικουμενικότητας που έχει από τη φύση της και την ιστορία της η ελληνική γλώσσα, η ελληνική Ορθοδοξία, ο χαρακτήρας του Έλληνα.
Πνιγμένοι στις στενόκαρδες και μυωπικές «εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις» μας δεν δείχνουμε να καταλάβαμε ποτέ ότι αυτή η γλώσσα που μιλάμε είναι ακόμα σήμερα η μόνη δυνατότητα που έχουν οι άνθρωποι να πουν τα ουσιώδη της επιστήμης και της φιλοσοφίας και να φωτίσουν τα αφετηριακά νοήματα της υπαρκτικής και ιστορικής τους αυτοσυνειδησίας, δίχως τον κίνδυνο των συμβατικών σχηματοποιήσεων με τις οποίες υπονόμευσε τον αρχαίο ελληνικό λόγο η δυτική σχολαστική παράδοση. Και έχοντας «κρατικοποιήσει» τη «θρησκεία» στο ελλαδικό κρατίδιο, δεν καταλάβαμε ποτέ ότι η λατρεία που τελείται στις ορθόδοξες εκκλησιές, σε κάθε γωνιά της γης, σώζει τον δικό μας χιλιόχρονο βυζαντινό πολιτισμό: κι αυτός ο πολιτισμός σημαίνει όχι μόνο εκπληκτικά φανερώματα ήθους και τέχνης, αλλά κυρίως μια καθολικότητα αλήθειας και μια στάση ζωής που ελευθερώνει τον άνθρωπο από το θάνατο και την απόγνωση.
Δεν φαίνεται να διερωτηθήκαμε ποτέ, γιατί οι λεγόμενες Μεγάλες Δυνάμεις δεν αρκούνται στην οικονομική και πολεμική τους ισχύ, αλλά προσπαθούν και ξοδεύουν για το χρησιμοθηρικό διεθνισμό της γλώσσας τους και τη διάδοση της παιδείας τους σε όλες τις χώρες και την ενίσχυση των ιεραποστολών τους. Και μεις αγνοούμε ακόμα και τις έτοιμες σφήνες που διατηρεί η ελληνική καθολικότητα στο ίδιο το κορμί του δυτικού κόσμου: Χώρια από τις αρχαιοκλασικές σπουδές που λίγο – πολύ τις έχουν οικειοποιηθεί οι Ευρωπαίοι, πόσοι από τους Έλληνες πολιτικούς γνωρίζουν έστω κάτι ελάχιστο για τις κοινότητες των γηγενών Ευρωπαίων που έχουν μεταστραφεί στην Ορθοδοξία και που οι περισσότεροι ανήκουν στη δικαιοδοσία του ελληνικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Ή για τα ειδικά Κέντρα Βυζαντινών ή Πατερικών ή Λειτουργικών Μελετών, για τις έδρες Ορθόδοξης Θεολογίας στα δυτικά Πανεπιστήμια, για τα ειδικά περιοδικά που παρακολουθούν κάθε πτυχή της εκκλησιαστικής μας ζωής και σπουδάζουν την πνευματική μας Παράδοση, για τις εκπληκτικές προσπάθειες εκδόσεως των ελληνικών πατερικών κειμένων, για την ευρύτατη πια προβολή αλλά και χρήση των βυζαντινών Εικόνων στη λειτουργική ζωή της Δύσης.
Όλη αυτή η πελώρια ζύμωση – έτοιμη δυνατότητα μιας οικουμενικής διεύρυνσης του σημερινού Ελληνισμού – διαθέτει ταυτόχρονα και τους οργανωμένους φορείς για τη δυναμική της αξιοποίηση: Είναι τα ελληνικά Πατριαρχεία και πατριαρχικά Κέντρα, και οι ελληνικές Μητροπόλεις του εξωτερικού, και οι ορθόδοξες οργανώσεις νεολαίας, και οι οργανωμένες κοινότητες των αποδήμων και οι προσωπικότητες που στελεχώνουν τις ακραίες αυτές προφυλακές. Όχι για να υποταχθούν όλα αυτά στις σκοπιμότητες μιας κοντόφθαλμης κρατικής πολιτικής, αλλά για να υπηρετήσει η κρατική πολιτική την ευρύτητα της ζωής του οικουμενικού Ελληνισμού. Έλεγε κάποτε χαρακτηριστικά ένας Ιταλός πανεπιστημιακός Καθηγητής, ορθόδοξος ο ίδιος: «Η Ελλάς δια της Ορθοδοξίας μπορεί να κυριαρχήσει στον κόσμο˙ αλλά ποτέ η Ορθοδοξία δια της Ελλάδος». Τι σαφέστατο και σοφότερο να μας πουν αυτοί οι άγνωστοι ή αγνοημένοι «δικοί μας»;
Στην απειλή των ποσοτικών μεγεθών δύναμης του γειτονικού μας Αττίλα και του δόγματος που εξασφαλίζει την ακεραιότητα της υπανάπτυξης και της βαρβαρότητάς του, οι Έλληνες δεν έχουμε ισχυρότερο όπλο να αντιτάξουμε – όπλο επιβίωσης – από την ιστορική μας ύπαρξη πέρα από γεωγραφικά σύνορα. Το έδειξαν οι Εβραίοι χειροπιαστά, πέρα από συναισθηματισμούς και ρητορείες: Ένας λαός μπορεί να επιβιώσει δίχως πολιτικά σύνορα, αν σαρκώνει δυναμικά μια αδιάκοπη υπόμνηση ή άξονα αναφοράς των πολιτιστικών και ποιοτικών προϋποθέσεων του καθολικού ανθρώπινου βίου. Αυτός ο ρόλος κάνει παντοδύναμο ένα λαό και εξευτελίζει τα δόγματα του ορθολογισμού των Μεγάλων.
Μάταιοι και αφελείς ρομαντισμοί, θα σκεφθεί ο ρεαλιστής αναγνώστης. Δεν κοιτάζεις γύρω σου, ταλαίπωρε επιφυλλιδογράφε, το επίπεδο και την πνευματική ποιότητα της ζωής του ανυποψίαστου τόπου; Πως από ένα νάνο μπορούμε να περιμένουμε ανάστημα γίγαντα; Ποια πολιτική μπορεί να σκοπεύσει στην ελληνική οικουμενικότητα; Η πολιτική που μετράει τον τόπο με ψήφους και οικονομικά συμφέροντα ή ξενόφερτες πανάκειες οικονομικών λύσεων και αδιαφορεί τραγικά για την ανθρώπινη ποιότητα τουλάχιστον στις θέσεις – κλειδιά του εθνικού βίου; Ή η πολιτική που αυτοσχεδιάζει κάθε φορά στο χώρο της Παιδείας, στον πυρήνα της εθνικής αυτοσυνειδησίας, με μέτρα και προγράμματα πάντοτε καταδικασμένα στο μαρασμό και την κακομοιριά; Ή ακόμα η πολιτική που αποδυναμώνει συνεχώς την Εκκλησία στηρίζοντας ό,τι πιο διαβεβλημένο και «φυτικό» στοιχείο ηγεσίας μπορεί να της είναι υποχείριο;
Αυτές οι αντιρρήσεις μπορεί να ανταποκρίνονται στην τραγική αλήθεια του τόπου μας. Αλλά υπάρχει και η άλλη, η κρυμμένη αλήθεια για την ελάχιστη ζύμη που ζυμώνει μυστικά το νεκρό φύραμα, η αλήθεια για το σπόρο του σιναπιού που τινάζει κάποτε απρόσμενα τον αμετακίνητο βράχο.         
       
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ «Η ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΓΡΗΓΟΡΗ», ΤΡΙΤΗ ΕΚΔΟΣΗ 1989

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ
Ο Χρήστος Γιανναράς είναι σύγχρονος Έλληνας καθηγητής φιλοσοφίας και συγγραφέας. Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου 1935. Σπούδασε θεολογία στην Αθήνα και φιλοσοφία στη Βόννη και το Παρίσι.
Γέννηση: 10 Απριλίου 1935 (ηλικία 80), Αθήνα
Βιβλία: Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου