Η ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ, ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΠΕΜΠΟΥΜΕ

30 Ιουλ 2017

ΕΙΝΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΤΙ ΤΟ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟ, ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΙΣ ΑΛΛΕΣ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ;




Κατ’ αρχήν πρέπει να αναφέρουμε ότι το θέμα θεωρείται «θεολογούμενον», δηλ. πρόβλημα πάνω στο οποίο εκφέρονται κατά εποχές διάφορες απόψεις, αλλά δεν έχει αποκρυσταλλωθεί μια συγκεκριμένη επίσημη τοποθέτηση.
Τα ερωτήματα που μέσα στο πέρασμα των αιώνων έχουν απασχολήσει τους χριστιανούς είναι:
α. Τι είναι η θρησκεία σε σχέση με την Εκκλησία και γενικότερα σε σχέση με τον Χριστιανισμό;
β. Πρέπει ο Χριστιανισμός να διατηρεί την απολυτότητά του απέναντι στις άλλες θρησκείες;
γ. Σε τι θα διέφερε ο Χριστιανισμός από τις άλλες θρησκείες;...

Οι απαντήσεις μέσα κι έξω από τον χώρο της Εκκλησίας ποικίλλουν. Μέχρι σήμερα έχουν διατυπωθεί οι πιο ακραίες και πολλές φορές αντιφατικές απόψεις. Υπήρξαν ερευνητές που εκτίμησαν εξίσου το Χριστιανισμό με τις άλλες θρησκείες, άλλοι που θεώρησαν τον Χριστιανισμό κάτι το ιδιαίτερο ανάμεσα στις άλλες θρησκείες και άλλοι οι οποίοι αρνούνται να δεχτούν τις άλλες θρησκείες, πιστεύοντας ότι ο Χριστιανισμός είναι σαφώς ανώτερος από αυτές. Τα πιο πάνω ερωτήματα θα μπορούσε κανείς να τα δει και από μια εντελώς διαφορετική άποψη, που στηρίζεται όχι μόνο στις θέσεις των πατέρων της πρώτης Εκκλησίας, οι οποίοι έλαβαν συγκεκριμένη θέση απέναντι στην καταρρέουσα ειδωλολατρία, αλλά και στην παράδοση των μεταγενέστερων πατέρων της Εκκλησίας και στη διδασκαλία τους για την πτώση του ανθρώπου. Πρόκειται για τη θεολογία του «κατ’ εικόνα» και των «δερματίνων χιτώνων».
Το «κατ’ εικόνα» εκφράζει την πραγματικότητα του κατά φύσιν ανθρώπου, του ανθρώπου που ολοκληρώνεται ως ψυχοσωματική οντότητα: «Άνθρωπος δε αληθέστατα λέγεται κατά φύσιν ούτε ψυχή χωρίς σώμα ούτε πάλιν σώμα χωρίς ψυχή, αλλά αυτό που συντίθεται από τα δύο συστατικά της ψυχής και του σώματος σε μια μορφή του καλού».
Οι «δερμάτινοι χιτώνες» περιγράφουν και ερμηνεύουν την μετά την πτώση κατάσταση του ανθρώπου. Μετά την πτώση ντύνεται τους δερμάτινους χιτώνες που εκφράζουν «την νεκρότητα την οποία περιβλήθηκε ως δεύτερη φύση ο άνθρωπος … Ο άνθρωπος δεν έχει πια, όπως πριν, το συστατικό χαρακτηριστικό του τη ζωή, δεν υπάρχει χάρη στη ζωή που αναβλύζει φυσικά από μέσα του, υπάρχει όσο αναβάλλει το θάνατο. Αυτό που κυρίως υπάρχει τώρα είναι ο θάνατος, η ζωή έχει μετατραπεί σε επιβίωση».
Οι δερμάτινοι χιτώνες, βέβαια, δεν εξαντλούνται στο σώμα, αλλά και σαν ψυχικές λειτουργίες έχουν γίνει μαζί με τις σωματικές, «σωματώδεις» κατά τον Γρηγόριο Νύσσης. Σύμφωνα με τους πατέρες της Εκκλησίας στο μεταπτωτικό άνθρωπο όταν η ψυχή αιχμαλωτίζεται από τα αισθητά, οι ενέργειες των αισθήσεων, οι ίδιες οι αισθήσεις και μέσα από αυτές οι αντίστοιχες δυνάμεις της ψυχής ντύνονται τη μορφή των αισθητών, αφού υποκύπτουν σ’ αυτά, και μορφοποιούνται ανάλογα με αυτά. Ο νους έτσι παραδίδεται στην αίσθηση και αρχίζει να ζει την τραγικότητα της καθημερινότητάς τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι διάφοροι μη θεολόγοι ερευνητές του φαινομένου της θρησκείας, φιλόσοφοι, κοινωνιολόγοι, κ.ά, συμφωνούν στον ενδοκοσμικό χαρακτήρα που φέρουν όλα τα στοιχεία απ’ τα οποία συντίθεται. Η συνοχή του μύθου και της θρησκείας, βεβαιώνει ο Ernst Cassiner, «εξαρτιέται πολύ περισσότερο από την ενότητα του αισθήματος, παρά από λογικούς κανόνες». Με τον τρόπο αυτό επιβεβαιώνεται η άποψη ότι και η θρησκεία, όπως όλοι οι τομείς δράσης του ανθρωπίνου πνεύματος μετά την πτώση, είναι αποκύημα του εγκλωβισμένου στη βιολογικότητα ανθρώπινου νου. Παρά τις θαυμαστές πλευρές της, έκφραση έξαρσης και αναζήτησης του χαμένου παραδείσου αποτελεί μια περιπλάνηση στο χώρο των αισθητών, στο χώρο της αυτοσυνειδησίας, στο χώρο της φύσεως, γι’ αυτό και προξενεί πόνο, φόβο, γοητεία.
Οι ιστορικές θρησκείες τοποθετούν τον άνθρωπο μέσα στη φύση, άλλοτε σε χαμηλότερο και άλλοτε σε υψηλότερο επίπεδο, γι’ αυτό και υπάρχει ένα τείχος διαχωριστικό ανάμεσα στο Θεό και τον άνθρωπο, η κίνηση, η εξέλιξη προς το άκτιστο ανακόπτεται και ο θεοειδής από τη φύση του άνθρωπος ακρωτηριάζεται περιοριζόμενος στην ενδοκοσμικότητα.
Ενώ οι θρησκείες είναι «φυσιοκρατικές», το μήνυμα της Εκκλησίας είναι ιστοριοκεντρικό και εσχατολογικό. Στηρίζεται στο ιστορικό γεγονός που λέγεται Ιησούς και αποβλέπει στην ανακαίνιση του κόσμου. Η Εκκλησία δεν είναι παραλλαγή και σωσίας της θρησκείας. Η Εκκλησία δεν είναι ένας άλλος τρόπος του «θρησκεύεσθαι», έστω ανώτερος, καλύτερος ή καταλληλότερος. Η Εκκλησία δεν είναι ένας άλλος τρόπος (ένας «καινός» τρόπος) αναθεωρήσεως και βιώσεως της Ιστορίας, στις δύο διαστάσεις της, τη μακροϊστορική και τη μικροϊστορική, δηλαδή την πορεία της ανθρωπότητας και την προσωπική ζωή κάθε ανθρώπου.   

ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ π. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΑΡΙΩΤΟΓΛΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ «ΕΙΣΑΓΩΓΗ» ΤΗΣ «ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑΣ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ», ΤΟΜΟΣ 1

π. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΑΡΙΩΤΟΓΛΟΥ
Ο Αλέξανδρος Καριώτογλου γεννήθηκε στη Λίμνη Ευβοίας το 1948 και κατάγεται από τη Σάμο. Αποφοίτησε από το Πυθαγόρειο Γυμνάσιο Σάμου και σπούδασε θεολογία στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και Munster της Γερμανίας. Ειδικεύτηκε στην Ιστορία των Θρησκευμάτων και ανακηρύχθηκε διδάκτωρ της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Δίδαξε στην ιδιωτική και δημόσια εκπαίδευση, για τρία χρόνια στη Θεολογική Σχολή Αγίου Ανδρέου στο Σύδνεϋ της Αυστραλίας καθώς και για οκτώ χρόνια στο Παιδαγωγικό Τμή­μα του Πανεπιστημίου της Θεσσαλίας. Υπήρξε σύμβουλος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών κ. Ιερωνύμου. Αφυπηρέτησε από τη θέση του Σχολικού Συμβούλου Πειραιώς.
Έχει συγγράψει 10 βιβλία επιστημονικού και εκπαιδευτικού περιεχομένου, μέρος του συλλογικού συγγράμματος του Θεολογικού Τμήματος για το Ανοικτό Πανεπιστήμιο και ένα σημαντικό αριθμό άρθρων. Για το βιβλίο του "Ορθοδοξία και Ισλάμ" έχει τιμηθεί με το Α΄ βραβείο "Αμπντί Ιπεκτσί".
Εκπρόσωπος της νεότερης γενιάς των θεολόγων, θεωρείται ότι προσπαθεί να συνδυάσει την ορθόδοξη θεολογία με ένα σύγχρονο και εμπειρικό τρόπο θέασης της ζωής.
Είναι παντρεμένος από το 1973 με την Αγγελική Τζουβάλη-Καριώτογλου και πατέρας τεσσάρων παιδιών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου