Η ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ, ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΠΕΜΠΟΥΜΕ

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ





Η Οσία Θεοδώρα συνήθιζε να λέγει στις μαθήτριες της πολύ συχνά, πως ούτε η μεγάλη άσκησις, ούτε ο υπερβολικός κόπος, ούτε οποιαδήποτε άλλη κακοπάθεια μπορεί να σώσει τον άνθρωπο, όσο η αληθινή ταπεινοφροσύνη της καρδιάς. Διηγείτο και το ακόλουθο ανέκδοτο:
Κάποιος Ερημίτης είχε χάρισμα από το Θεό να διώχνει τα πονηρά πνεύματα. Μια φορά ζήτησε να μάθει  τι φοβούνται περισσότερο κι’ αναγκάζονται να φύγουν.
– Μήπως τη νηστεία; ρώτησε ένα απ’ αυτά.
– Εμείς, αποκρίθηκε εκείνο, ούτε τρώμε, ούτε πίνουμε ποτέ.
– Την αγρυπνία τότε;
– Εμείς δεν κοιμώμεθα καθόλου.
– Την φυγή του κόσμου;
Το δαιμόνιο γέλασε περιφρονητικά:
– Σπουδαίο πράγμα τάχα. Εμείς περνάμε τον περισσότερο καιρό μας τριγυρίζοντας στις ερημιές.
– Σ’ εξορκίζω, να ομολογήσεις τι είναι εκείνο που μπορεί να σας δαμάσει, επέμενε ο Γέροντας.
Το πονηρό πνεύμα, αναγκασμένο από υπερκόσμια δύναμη, βιάστηκε ν’ απαντήσει:
Η ταπείνωση, που δεν μπορούμε ποτέ ν’ αποκτήσωμε.

***
Ξεκίνησε κάποτε να πάει να επισκεφθεί τους ασκητάς της Νιτρίας ο Πατριάρχης της Αλεξανδρείας Θεόφιλος. Στο δρόμο του συνάντησε ένα γέροντα Ασκητή.
– Τι κέρδισες, Αββά, ζώντας σ’ αυτή τη μοναξιά; ρώτησε ο Πατριάρχης.
– Γνώρισα καλά τον εαυτό μου, αποκρίθηκε ο Γέροντας, κι έμαθα να τον μέμφωμαι.
Μεγαλύτερο κέρδος απ’ αυτό είναι αδύνατο ν’ αποκτήσει στη ζωή του ο άνθρωπος, παραδέχτηκε ο Πατριάρχης.
Σαν έφτασε στη σκήτη, βγήκαν οι Πατέρες να τον υποδεχτούν κι ο καθένας έβρισκε κάποιο καλό λόγο να του ειπεί. Μόνο ο Όσιος Παμβώ στεκόταν παραπέρα αμίλητος.
– Δε θα πεις κι εσύ τίποτε στον Πατριάρχη για να τον ωφελήσεις; τον ρώτησαν οι Γέροντες.
Αν δεν ωφεληθεί από τη σιωπή μου, Αδελφοί, ούτε ο λόγος μου πρόκειται να τον ωφελήσει, αποκρίθηκε ο σοφός Πατήρ.

***
Ρώτησε κάποιος αδελφός τον ίδιο Αββά Θεόδωρο τι έπρεπε να κάνει για να τηρεί πάντοτε τις θείες εντολές.
– Την ίδια ακριβώς επιθυμία είχε κι’ ο συνασκητής μου Αββάς Θεωνάς, αποκρίθηκε ο Γέροντας, και άκουσε τι έκανε: Πήγε στο φούρνο ένα πρωί να ψήσει τα ψωμιά του. Μόλις τα έβγαλε ζεστά – ζεστά, έτυχε να περάσουν από κει μερικοί ζητιάνοι. Χωρίς δισταγμό ο Αββάς Θεωνάς τους τα μοίρασε όλα. Γυρίζοντας στο κελλί του, βρήκε άλλους στο δρόμο κι επειδή δεν είχε άλλα ψωμιά, τους έδωσε τα καλάθια. Πιο πέρα συνάντησε κάποιον γυμνό και τον λυπήθηκε. Έβγαλε αμέσως τα ρούχα του και τον έντυσε. Φθάνοντας ο ίδιος γυμνός στο κελλί του, μεμφόταν πάλι τον εαυτό του κι έλεγε:
– Αλλοίμονό μου, ποτέ δεν τηρώ τις εντολές του Θεού.

***
Μία νύχτα πήγαν ληστές σε κάποιον Ερημίτη.
– Ήλθαμε να πάρωμε τα πράγματά σου, του είπαν άγρια.
– Κοπιάστε και πάρετε ό,τι σας αρέσει, αποκρίθηκε εκείνος, χωρίς να χάσει την ψυχραιμία του.
Άδειασαν στη στιγμή τη φτωχική του καλύβη κι έφυγαν βιαστικοί. Λησμόνησαν όμως να πάρουν ένα μικρό φλασκί, που ήταν κρεμασμένο από το δοκάρι της στέγης. Ο Ερημίτης το ξεκρέμασε και, τρέχοντας πίσω από τους ληστές, φώναζε για να τον ακούσουν να σταματήσουν:
– Γυρίστε πίσω, αδελφοί, να πάρετε και τούτο.
Και τους έδειχνε από μακριά το μικρό φλασκί.
Εθαύμασαν την ανεξικακία του εκείνοι κι εγύρισαν, όχι για να πάρουν το φλασκί, αλλά για να του βάλουν μετάνοια και να του δώσουν πίσω, όλα του τα πράγματα.
– Αυτός μάλιστα, είναι πραγματικά άνθρωπος του Θεού, έλεγαν μεταξύ τους.

***
Δεν είναι σοφία, γράφει ο Αββάς Ησαΐας ο Αναχωρητής, να ξέρει κανείς να συζητεί αριστοτεχνικά. Σοφία είναι να ξέρεις πότε πρέπει να μιλήσεις και τι πρέπει να πεις. Δείχνε πως είσαι αμαθής, για ν’ αποφύγεις πολλούς κόπους. Πολλές ανώφελες σκοτούρες έχει εκείνος που παρουσιάζει τον εαυτό του πολυμαθή. Μη καυχάσαι για πολυμάθεια, γιατί είναι περισσότερα εκείνα που δεν ξέρεις από εκείνα που έχεις μάθει.

***
Υπάρχουν άνθρωποι, έλεγε κάποιος Γέροντας που τρώγουν πολύ κι ακόμη πεινούν και άλλοι που είναι λιγοφάγοι και χορταίνουν. Περισσότερη εγκράτεια όμως κάνουν εκείνοι που τρώγουν πολύ και πεινούν, από εκείνους που τρώγουν ελάχιστα και χορταίνουν. Συμβούλευε ακόμη τους αδελφούς, που είχαν σώμα ασθενικό, να το προσέχουν, για να μην αρρωστήσουν και γίνουν βάρος στην Αδελφότητα.

***
Ο όσιος Εφραίμ ο Σύρος, ο περίφημος διδάσκαλος του ασκητισμού, αποφάσισε κάποτε ν’ αφήση για λίγο την πολυπόθητη ησυχία του στην έρημο και να κατέβη στην πόλι. Είχε επιθυμία να προσκυνήση τα άγια λείψανα, που βρίσκονταν τότε στην Έδεσσα της Συρίας, αλλά και να συναντηθή με εκκλησιαστικούς άνδρες, για να συζητήση μαζί τους δογματικές αλήθειες. Ζούσε σε μια εποχή, που η ορθή πίστι χτυπιόταν απ’ όλες τις μεριές από φοβερές αιρέσεις.
– Κύριε, προσευχήθηκε προτού ξεκινήσει, στείλε μου μπροστά μου, καθώς θα περνώ την πύλη της πόλεως, έναν άνθρωπο που να με διδάξη.
Μα τη στιγμή που έμπαινε στην πολυάνθρωπη Έδεσσα, ο πρώτος άνθρωπος που βρέθηκε στο δρόμο του, ήταν μια κοινή γυναίκα, που στάθηκε και τον κύτταζε αδιάντροπα. Ο όσιος παραπονέθηκε στον Κύριο, που παραχώρησε να βρη το αντίθετο απ’ ό,τι είχε ζητήσει. Ύστερα γύρισε αυστηρό το βλέμμα του στη γυναίκα και της είπε απότομα, για να της προκαλέση κάποια συστολή:
– Απορώ πως δεν κοκκινίζεις από ντροπή που τολμάς να με κυττάζης με τόση επιμονή.
– Εγώ του αποκρίθηκε εκείνη με ετοιμότητα, κάνω αυτό που μου ταιριάζει. Από την πλευρά σου πλάστηκα, εσένα πρέπει να κυττάζω. Του λόγου σου όμως, που πλάστηκες από το χώμα, καλά θα κάνης να έχης διαρκώς το βλέμμα σου ριγμένο σ’ αυτό.
Παίρνοντας τόσο σωστή απάντησι ο μέγας όσιος, ευχαρίστησε μ’ ευγνωμοσύνη τον Θεό. Πιο ωφέλιμη διδασκαλία απ’ αυτή δεν του χρειαζόταν πλέον.

***
Όποιος απόκτησε ταπεινοφροσύνη, γράφει ο Αββάς Ησαΐας, ο Αναχωρητής, δεν έχει γλώσσα για να ελέγχη τον πλησίον του ούτε μάτια για να κυττάζη τα ελαττώματα του ούτε αυτιά για ν’ ακούση όσα δεν ωφελούν την ψυχή του. Ο ταπεινόφρων δεν έχει με κανένα διαφορές, προσέχει τον εαυτό του και κλαίει τις αμαρτίες του. Είναι ειρηνικός και τηρεί με ακρίβεια όλες τις θείες εντολές.
Αλλού πάλι συμβουλεύει:
Συνήθισε τη γλώσσα σου, αδελφέ, να λέγη εύκολα «συγχώρησον» και γρήγορα θα γεννηθή στην καρδιά σου ταπεινοσύνη. Αγάπησε αυτή την αρετή και είναι ικανή να σε προφυλάξη από πολλές αμαρτίες.
Γράφει ακόμη και τούτο το χαρακτηριστικό:
Αν κατορθώσης να τρως μόνο μια φορά την εβδομάδα, Μοναχέ, και να βασανίζης το σώμα σου με υπερβολικές ασκήσεις, χωρίς ταπείνωσι, πάνε χαμένοι όλοι σου οι κόποι.

***
Ο αββάς Ησαΐας ο αναχωρητής δίδει την ακόλουθη ορθή συμβουλή:
Μη συνηθίζης να κουβεντιάζης για πράγματα που δεν είδες με τα ίδια σου τα μάτια, σαν να τα έχης ιδή. Μη βεβαιώνης με πεποίθησι εκείνα που έχεις μόνο ακούσει. Συνήθιζε τη γλώσσα σου να λέγη πάντα την αλήθεια. Το ψέμα γεννιέται συχνά από την επιθυμία ν’ αρέσωμε στους ανθρώπους κι’ απομακρύνει από την ψυχή το φόβο του Θεού.

***
Για να διδάξη κανείς τον άλλον, πρέπει ο ίδιος να είναι υγιής ψυχικά και απαθής, λέγει ο αββάς Ποιμήν. Δεν είναι ανάγκη να οικοδομής το σπίτι του άλλου, καταστρέφοντας το δικό σου.
Εκείνος που διδάσκει τους άλλους, χωρίς να εφαρμόζη τίποτε από εκείνα που διδάσκει, λέγει πάλι ο ίδιος Πατήρ, μοιάζει με πηγή που ποτίζει και ξεπλένει τα γύρω της, ενώ είναι γεμάτη από κάθε λογιών ακαθαρσία.  

***
Η Οσία Θεοδώρα δίδει την ακόλουθη σοφή συμβουλή στους πνευματικούς Πατέρας και Διδασκάλους:
Ο Προεστώς και Διδάσκαλος πρέπει πρώτα απ’ όλα ν’ απομακρύνη τελείως από τον εαυτό του την φιλαργυρία, την υπερηφάνεια και την κενοδοξία. Να μη παρασύρεται από κολακείες. Να μη τον θαμπώνουν τα δώρα. Να διώχνη μακριά το θυμό με τη μακροθυμία. Να τον χαρακτηρίζη η επιείκεια, η ανεκτικότητα, η φιλοστοργία και η φιλαδελφία. Μα πιο πολύ από κάθε τι άλλο, ν’ αποκτήση βαθειά ταπείνωσι.  

***
Πήγαινε συχνά ο διάβολος στη σπηλιά κάποιου Ερημίτη, για να τον τρομοκρατήση και να τον κάνη να φύγη από κει. Εκείνος όμως όχι μόνο δε δείλιαζε, αλλά περιφρονούσε το πονηρό πνεύμα. Τότε ο διάβολος, για να τον παραπλανήση, του παρουσιάστηκε με τη μορφή του Χριστού.    Είμαι ο Χριστός, του είπε.
Ο Ερημίτης έκλεισε τα μάτια του.
  Γιατί κλείνεις τα μάτια σου; του φώναξε ο διάβολος ερεθισμένος. Σου είπα είμαι ο Χριστός.
  Εγώ δε θέλω να ιδώ τον Χριστό σ’ αυτό τον κόσμο, αποκρίθηκε ο Ερημίτης, κρατώντας ακόμη τα μάτια του κλειστά.
Με τη θαρρετή απάντησι του ανθρώπου του Θεού ο διάβολος εξαφανίστηκε και δεν τόλμησε πια να τον πειράξη.

***
Τον καιρό που οι Λογγοβάρδοι λυμαίνονταν τις επαρχίες της Βορείου Ιταλίας, συνέβη κι’ αυτό το περιστατικό.
Έπιασαν αιχμάλωτο ένα Διάκονο κι’ είχαν αποφασίσει να τον βασανίσουν. Ο Σάγκτουλος, ένας χριστιανός Λογγοβάρδος, που οι συμπατριώται του τον σέβονταν σαν άγιο, για την πολλή ευλάβεια και τη μεγάλη αρετή του, έκανε πολλά διαβήματα στους αρχηγούς, για να σώση τη ζωή του αιχμαλώτου. Μα δεν κατώρθωσε τίποτε άλλο, εκτός από τη χάρι να μείνη αυτός φρουρός κοντά στο μελλοθάνατο, την τελευταία νύκτα.  
  Μείνε, τον προειδοποίησε ο Αρχηγός αλλ’ αν ξεφύγη, να ξέρης πως θα βασανιστής εσύ στη θέσι του.
Ο Σάγκτουλος συμφώνησε κι’ έτσι κάθησε φρουρός. Τα μεσάνυχτα όμως, όταν όλο το στρατόπεδο ήταν βυθισμένο στον ύπνο, ξύπνησε τον Διάκονο και του είπε να σηκωθή να φύγη, όσο μπορούσε πιο γρήγορα. Του είχε έτοιμο κι’ ένα γοργό άλογο.
  Αδύνατον, αδελφέ μου, έλεγε ο μελλοθάνατος. Αν εγώ γλιτώσω, εσύ είναι αδύνατο να γλιτώσης από τα χέρια τους. Πως λοιπόν να γίνω αιτία να πεθάνης μ’ ένα τόσο σκληρό θάνατο;
  Μη σε μέλλει για μένα, έλεγε από την άλλη μεριά ο Σάγκτουλος. Ο Θεός θα με σκεπάση. Έτσι τον έπεισε να φύγη.
Την άλλη μέρα, οι Λογγοβάρδοι ζήτησαν τον αιχμάλωτο.
  Έφυγε, τους είπε με απάθεια ο φρουρός του.
  Κι’ εσύ θα ξέρης βέβαια πολύ καλά τον τρόπο.
  Ναι, αποκρίθηκε θαρρετά ο Σάγκτουλος.
  Επειδή είσαι καλός άνθρωπος, δε θέλω να σε βασανίσω, είπε ο Αρχηγός που θαύμαζε, χωρίς να το δείχνη, το θάρρος του. Διάλεξε μόνος σου τον τρόπο που προτιμάς να πεθάνης.
  Είμαι στα χέρια του Θεού, αποκρίθηκε ατάραχος ο χριστιανός στρατιώτης. Τον θάνατο που θα παραχωρήση Εκείνος, θα τον δεχθώ με ευχαρίστησι.
Τελικά απεφάσισαν να του κόψουν με πέλεκυ την κεφαλήν του κι’ ανέθεσαν τη δουλειά αυτή σ’ ένα μεγαλόσωμο και χειροδύναμο στρατιώτη.
Ο Σάγκτουλος γονάτισε, είπε την προσευχή του κι’ έσκυψε καρτερικά το κεφάλι να δεχθή το χτύπημα. Η ψυχή του αναγάλλιαζε στη σκέψι πως σε λίγο θα βρισκόταν κοντά στο Χριστό.
Ο δήμιος σήκωσε ορμητικά τον φονικό πέλεκυ για να ξεμπερδέψη μια και καλή μ’ αυτή τη δουλειά. Τα χέρια του όμως έμειναν ακίνητα στον αέρα, σαν να τα έσφιγγε μυστηριώδης δύναμις. Ένοιωσε πόνους φοβερούς κι’ άρχισε να μουγγρίζη σαν πληγωμένο θηρίο. Οι άλλοι γύρω τρόμαξαν.
  Τι πάμε να κάνωμε, έλεγαν μεταξύ τους, να τα βάλωμε με τον άγιο αυτόν άνθρωπο, που έχει το Θεό μαζί του;
Άρχισαν λοιπόν να παρακαλούν τον Σάγκτουλο, που έμενε ακόμη με το κεφάλι γερμένο, να γιατρέψη τον στρατιώτη, που εξακολουθούσε να φωνάζη με τα χέρια κρατημένα ψηλά.
  Δεν μπορώ να ζητήσω τέτοια χάρι γι’ αυτόν από τον Κύριό μου, αν δεν μου υποσχεθή πρώτα πως δε θα ξανασηκώση το χέρι του να κτυπήση χριστιανό, είπε ο Σάγκτουλος.   
  Υπόσχομαι, φώναξε ο στρατιώτης τρέμοντας από τον φόβο του.
  Κατέβασε λοιπόν τα χέρια σου, πρόσταξε ο δούλος του Θεού.
Με τον λόγο, τα χέρια παρευθύς κινήθηκαν για να πετάξουν πρώτα απ’ όλα το φονικό όργανο.
Κατάπληκτοι οι Λογγοβάρδοι για όσα έγιναν εκείνο το πρωΐ μπροστά στα μάτια τους, χάρισαν τη ζωή στον Σάγκτουλο, που έγινε από τότε ιεραπόστολος ανάμεσά τους.

***
Θα έλεγε κανείς πως αυτός ο Αγάθων εζούσε κι’ εκινείτο μόνο και μόνο για ν’ αναπαύη τον πλησίον του. Όταν ετύχαινε να περνά τον ποταμό μαζί με τους άλλους Αδελφούς, έπαιρνε πρώτος στα χέρια του τα κουπιά της βάρκας. Όταν επήγαιναν ξένοι στο κελλί του, με το ένα χέρι τους χαιρετούσε και με το άλλο άρχιζε να στρώνη τράπεζα για να τους φιλοξενήση.
Κάποτε του εχάρισαν ένα σκαλιστήρι για να καλλιεργή τον κήπο του. 
  Τι όμορφο σκαλιστηράκι! Έκανε ένας Αδελφός που έτυχε να το ιδή στα χέρια του μια μέρα.
Ο Αββάς Αγάθων δεν τον άφηνε με κανένα τρόπο να φύγη, αν δεν έπαιρνε μαζί του το σκαλιστήρι που του άρεσε.

***
Την ακόλουθη ιστορία μας την διηγείται ο Επίσκοπος Ελενουπόλεως Παλλάδιος. Ο Σεραπίων ήτο Αιγύπτιος Ασκητής τελείως ακτήμων και πολύ ελεήμων. Πολλές φορές τον είχαν ιδεί να γυρίζη μ’ ένα σεντόνι τυλιγμένο γύρω από το γυμνό του σώμα, γιατί τα ενδύματά του τα είχε δώσει ελεημοσύνη. Έτσι του έμεινε και το όνομα Σινδόνιος.
Κάποτε πουλήθηκε σαν δούλος σ’ ένα ειδωλολάτρη ηθοποιό για είκοσι νομίσματα. Άρχισε με μεγάλη προθυμία να υπηρετή τον κύριόν του και όλη του την οικογένεια. Εργαζόταν αδιάκοπα χωρίς απαιτήσεις. Το φαγητό του αποτελείτο μόνο από ψωμί και νερό. Ενώ τα χέρια του δούλευαν, ο νους του ήτο απασχολημένος με την προσευχή. Τα λόγια της Γραφής δεν έλειπαν ποτέ από τα χείλη του. Σκοπός του ήτο να μεταδώση το φως του Χριστού στους κυρίους του και δεν άργησε να το επιτύχη. Τους προσείλκυσε στην πίστι, πρώτα από όλα με το παράδειγμα του χριστιανικού βίου του και ύστερα με τη διδασκαλία του Ευαγγελίου, που πέφτει σαν βάλσαμο παρηγοριάς στις ταλαιπωρημένες από την κοσμική ματαιότητα ψυχές.
Όταν ο μίμος – έτσι έλεγαν τότε τους ηθοποιούς –, η σύζυγος και τα παιδιά του επήραν τη χάρι του Αγίου Βαπτίσματος, άφησαν το επάγγελμά τους που δε συμφωνούσε πια με τη νέα ζωή και έγιναν ενεργά μέλη της Εκκλησίας. Μια μέρα επήρε ιδιαιτέρως τον Σινδόνιο ο κύριός του και του είπε:     
  Είναι καιρός, Αδελφέ, να σου ανταποδώσω την ευεργεσία που μου έκανες να ελευθερώσης και μένα και την οικογένεια μου από το σκοτάδι της ειδωλολατρίας. Πάρε και συ για αντάλλαγμα την ελευθερία σου.
Τότε ο Σινδόνιος κατάλαβε πως είχε έλθει η ώρα να του αποκαλύψη την αλήθεια. Του είπε λοιπόν πως δεν ήταν δούλος και πως με την θέλησί του πουλήθηκε σ’ αυτόν, για να τον οδηγήση στον Χριστό.
  Αφού επλήρωσε ο Θεός την επιθυμία μου, ας πάω τώρα να βοηθήσω κι’ άλλους.
Επέστρεψε τα είκοσι νομίσματα στον κύριό του και έφυγε για άλλη χώρα. Εκεί πουλήθηκε σε οικογένεια αιρετικών. Με τον ίδιο τρόπο έφερε κι’ αυτήν πολύ γρήγορα στους κόλπους της Εκκλησίας. 
Μέχρι τέλους της ζωής του ο Σινδόνιος υπηρετούσε σωματικά και ψυχικά τους συνανθρώπους του.

***
Γιατί, Αββά, οι σημερινοί Μοναχοί, ενώ κοπιάζουν, δεν παίρνουν από τον Θεόν τα χαρίσματα που έπαιρναν οι παλαιοί Πατέρες; ερώτησε ένα Γέροντα κάποιος Αδελφός.
– Τον παλιό καιρό, τέκνον μου, αποκρίθηκε ο σεβάσμιος Γέρων, υπήρχε αγάπη μεταξύ των Μοναχών και καθένας προθυμοποιείτο να βοηθήση τον αδελφόν του να ανεβή προς τα επάνω. Τώρα η αγάπη εψυχράνθη και ο ένας παρασύρει τον άλλον προς τα κάτω και για τον λόγον αυτόν δεν χορηγεί πλέον ο Θεός χαρίσματα πνευματικά.

***
Ο δειλός άνθρωπος, διδάσκει ο σοφός Ισαάκ ο Σύρος, πάσχει κυρίως από δύο ψυχικές ασθένειες. Από ολιγοπιστία κι’ από φιλοσωματία. Όποιος αγωνίζεται να νικήση αυτά τα δύο μεγάλα κακά είναι φανερό πως πιστεύει ολόψυχα στον Θεό κι’ είναι έτοιμος να δεχθή όλα τα δυσάρεστα που τυχόν Εκείνος θα παραχωρήση.
Η υπερβολική τόλμη πάλι και καταφρόνησι των κινδύνων γεννώνται ή από μεγάλη πίστι στον Θεόν ή από τη σκληροκαρδία του ανθρώπου. Και τη σκληροκαρδία ακολουθεί απαραιτήτως η υπερηφάνεια, την πίστι όμως η αληθινή ταπεινοσύνη.

***
Έστειλε μια φορά τον υποτακτικό του ο Αββάς Δωρόθεος ο Θηβαίος, να φέρη νερό από το πηγάδι. Καθώς έσκυψε εκείνος να τραβήξη, είδε μέσα μια μεγάλη ασπίδα (σ.σ. εννοεί το φίδι). Άφησε συγχυσμένος τον κουβά κι’ έτρεξε στο Γέροντά του.
– Αββά, χαθήκαμε. Το νερό μας δηλητηριάστηκε. Βρήκα ασπίδα στο πηγάδι.
  Κι αν ο διάβολος αποφασίση να ρίξη ασπίδες σ’ όλα τα πηγάδια, εσύ θα πεθάνης από τη δίψα; ρώτησε ο Γέροντας κουνώντας το κεφάλι του για τη δειλία του υποτακτικού του. 
Ύστερα πήγε στο πηγάδι, πήρε τον κάδο κι’ έβγαλε μόνος του νερό. Έκανε το σημείο του σταυρού και ήπιε πρώτος, κατόπιν έδωσε στον υποτακτικό του.
– Όπου υπάρχει ο σταυρός, είπε, δε μπορεί να σταθή η κακία του εχθρού.

***

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ …

“ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ”, ΘΕΟΔΩΡΑΣ ΧΑΜΠΑΚΗ, ΗΓΟΥΜΕΝΗΣ Ι. ΜΟΝΗΣ ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ, ΕΚΔΟΣΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΟΣ “ΛΥΔΙΑ”, ΕΚΔΟΣΙΣ Θ΄, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1993

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου